Βούλγαρος

Βούλγαρος
ο , Βούλγάρα η болгар|ин, -ка

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "Βούλγαρος" в других словарях:

  • Διμιτρόφ, Γκεόργκι — Βούλγαρος πολιτικός. Βλ. λ. Δημητρόφ, Γκεόργκι …   Dictionary of Greek

  • Ντιμιτρόφ, Γκεόργκι — Βούλγαρος πολιτικός. Βλ. λ. Δημητρόφ, Γκεόργκι …   Dictionary of Greek

  • Ραντέφσκι Χρίστο — Βούλγαρος ποιητής. Γεννήθηκε το 1903. Από το 1927 ήταν μέλος του Κομουνιστικού κόμματος της Βουλγαρίας και γραμματέας της Ένωσης Βουλγάρων Συγγραφέων (1949 58). Ασχολήθηκε με τη ρομανική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Σόφιας. Στα έργα του Σφυγμός …   Dictionary of Greek

  • Σαβόφ, Μιχαήλ — Βούλγαρος στρατηγός (1858 – 1928). Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή και τη στρατιωτική Ακαδημία της Πετρούπολης. Το 1903 έγινε υπουργός των Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Ράτσο Πέτρωφ Πέτκωφ. Στη διάρκεια του πρώτου Βαλκανικού Πόλεμου, ήταν διοικητής… …   Dictionary of Greek

  • Σλαβέζκοφ, Πέτκο — Βούλγαρος ποιητής (Τρέβνα 1866 Μπρουνάτα Κόμο 1912). Σπούδασε στη Γερμανία όπου επηρεάστηκε από το Νίτσε και γυρνώντας στην πατρίδα του έγινε διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Σόφιας. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από ένα ειλικρινές πάθος τόσο …   Dictionary of Greek

  • Σοφρόνι — Βούλγαρος συγγραφέας (Κοτέλ 1739 Βουκουρέστι 1813). Ήταν επίσκοπος της Βράτσκας και πολέμησε για την πολιτική και πολιτιστική ανάπτυξη της Βουλγαρίας. Κυνηγήθηκε από τους Τούρκους και πήγε στο Βουκουρέστι, όπου έγραψε τη συγκινητική του… …   Dictionary of Greek

  • Σταμπολίσκι, Αλεξάντερ — Βούλγαρος πολιτικός (Σλαβόβιτσα, Πλέβεν 1879 Σόφια 1923). Αρχηγός του αγροτικού κόμματος (1908), αγωνίστηκε ενάντια στην είσοδο της χώρας του στον A’ Παγκόσμιο πόλεμο και φυλακίστηκε γι’ αυτή του την αντίθεση (1915). Ένα χρόνο μετά την… …   Dictionary of Greek

  • Σταμπούλωφ, Στέφανος — Βούλγαρος πολιτικός (1853 1895). Καταγόταν από το Τύρνοβο. Μετά την παραίτηση του Αλέξανδρου Βάτεμ περγκ, έγινε αρχηγός της αντιρωσικής παράταξης. Το 1887 σχημάτισε κυβέρνηση και εργάστηκε για την εκλογή του Φερδινάνδου Koβούργου ως ηγεμόνας της… …   Dictionary of Greek

  • Στογιάνοφ, Λιούντμιλ — Βούλγαρος ποιητής και διηγηματογράφος (Κοβατσέβτσι, Μακεδονία 1888 – Σόφια 1973). Ο Σ. είναι ο τυπικός εκπρόσωπος μιας γενιάς καλλιτεχνών επηρεασμένων από το συμβολισμό που στη συνέχεια πέρασαν στα ρεύματα που ακολούθησαν τη σοσιαλιστική ανάπτυξη …   Dictionary of Greek

  • Στρασιμίροφ, Αντόν — Βούλγαρος πεζογράφος (Βάρνα 1872 Βιέννη 1937). Συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά σοσιαλιστικών τάσεων και ήταν πολεμικός ανταποκριτής κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και τον A’ Παγκόσμιο πόλεμο. Έγραψε πολλά πεζογραφήματα ανάμεσα… …   Dictionary of Greek

  • Σωφρόνιος, Στόικο — Βούλγαρος κληρικός και πατριώτης (1739 1815). Σε μικρή ηλικία έμαθε τα ελληνικά. Χειροτονήθηκε ιερέας το 1762. Ως ιερέας κήρυττε στη δημοτική βουλγαρική και δίδασκε και σε σχολείο. Οι Τούρκοι τον καταδιώξανε για τα πατριωτικά του αισθήματα και… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»